Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η επιχείρηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.), στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων ερευνών για τη σύλληψη ατόμων που φέρονται να εμπλέκονται στην εμπρηστική επίθεση της 5ης Μαΐου 2010 στη Marfin στην οδό Σταδίου, στην Αθήνα. Το περιστατικό σημειώθηκε κατά τη διάρκεια διαδήλωσης και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί, κατόπιν σχετικών ενταλμάτων, δύο άτομα. Για την ίδια υπόθεση κατηγορείται ακόμη ένα άτομο, σε βάρος του οποίου έχει επίσης εκδοθεί ένταλμα σύλληψης.
Όπως προκύπτει από πηγές, μία γυναίκα 46 ετών που διαμένει μόνιμα στην Αγγλία (είχε φυγει από την Ελλάδα ένα χρόνο μετά την τραγωδία) είναι το πρόσωπο που αναζητείται. Το ένταλμα αναμένεται να γίνει διεθνές σε βάρος της.
Οι δύο 42χρονοι είναι πολύ γνωστοί στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Για τον έναν γίνονται έρευνες σε Άνω Λιόσια και Χαλάνδρι και για τον άλλο στην Κυψέλη.
Εδώ κι έναν χρόνο η ΔΑΟΕ έχει ανασύρει την υπόθεση, έχοντας κάνει μεγάλη έρευνα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχουν ζητήσει ακόμα και ψηφιακά πειστήρια από δημοσιογράφους του εξωτερικού που είχαν καλύψει τότε τα επεισόδια. Η επιχείρηση της Δ.Α.Ο.Ε. συνεχίζεται, ενώ αναμένεται νεότερη ενημέρωση για την εξέλιξή της.
Το χρονικό της υπόθεσης
Την ημέρα εκείνη, η Αθήνα βρισκόταν σε γενικευμένη αναταραχή, με απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις ενόψει της ψήφισης του πρώτου μνημονίου στη Βουλή. Τα επεισόδια στους δρόμους ήταν εκτεταμένα και η ένταση οξυμένη, όμως η τραγωδία κορυφώθηκε όταν άγνωστοι έριξαν μολότοφ και μπουκάλι με εύφλεκτο υγρό στο υποκατάστημα της τράπεζας στη Σταδίου, όπου βρίσκονταν περίπου 25–30 εργαζόμενοι.
Οι περισσότεροι πρόλαβαν να απομακρυνθούν, ωστόσο τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από ασφυξία λόγω των πυκνών καπνών και των τοξικών αναθυμιάσεων. Μέχρι σήμερα, η ταυτότητα των δραστών δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Το 2013 είχαν καταδικαστεί στελέχη της τράπεζας για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για ελλιπή μέτρα πυρασφάλειας και προστασίας προσωπικού, ενώ η υπόθεση συνέχισε να απασχολεί τη Δικαιοσύνη και τα επόμενα χρόνια.
Τον Δεκέμβριο του 2024, η υπόθεση επανήλθε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά από αναίρεση του Αρείου Πάγου, ο οποίος έκρινε ότι υπήρχαν νομικές ασάφειες στην προηγούμενη απόφαση και ότι πρέπει να εξεταστούν εκ νέου οι ευθύνες της τράπεζας και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, ως προς τα μέτρα ασφαλείας που είχαν ληφθεί.
Η υπόθεση παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο βαριές και αμφιλεγόμενες τραγωδίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με έντονο δικαστικό και κοινωνικό αποτύπωμα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ











