Η Τεχνητή Νοημοσύνη επί του παρόντος δε συνιστά τεχνολογική επανάσταση, αλλά ένα ισχυρό εργαλείο για συγκεκριμένες εργασίες, δήλωσε ο Καθηγητής Χριστόφορος Πισσαρίδης σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας.
Ανακοίνωση από τη Βουλή αναφέρει ότι η Εβδομάδα συνδιοργανώθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής διάστασης της τρέχουσας Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η δεύτερη σύνοδος της Ολομέλειας επικεντρώθηκε στην ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας και στην κοινωνική συνοχή ως στρατηγικές επενδύσεις στο μέλλον της Ευρώπης. Κύριος ομιλητής ήταν ο Καθηγητής Χριστόφορος Πισσαρίδης. Των εργασιών της συνόδου συμπροήδρευσαν η Πρόεδρος της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Li Andersson και ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αντρέας Καυκαλιάς.
Κατά την εναρκτήρια τοποθέτησή του, ο κ. Καυκαλιάς επισήμανε ότι η αγορά εργασίας βρίσκεται στον πυρήνα των μετασχηματισμών που συντελούνται, τονίζοντας ότι επιβάλλεται ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για δίκαιες και χωρίς αποκλεισμούς μεταβάσεις, που θα περιλαμβάνει επενδύσεις στη διά βίου μάθηση, στην ενίσχυση των πολιτικών απασχόλησης και σε στοχευμένες παρεμβάσεις για τις ευάλωτες ομάδες.
Στην ομιλία του ο κ. Πισσαρίδης διαπίστωσε ότι η ΤΝ επί του παρόντος δε συνιστά τεχνολογική επανάσταση, αλλά ένα ισχυρό εργαλείο για συγκεκριμένες εργασίες, επισημαίνοντας παράλληλα τον ήδη ορατό αντίκτυπό της στην απασχόληση των νέων αποφοίτων, με την απώλεια περίπου του ενός τρίτου των θέσεων απασχόλησης στην αγορά εργασίας από την κυκλοφορία του ChatGPT, απορρίπτοντας παράλληλα τα σενάρια περί μαζικής ανεργίας συνεπεία της χρήσης εργαλείων ΤΝ.
Όπως υπογράμμισε, δεξιότητες όπως η ενσυναίσθηση, η κριτική σκέψη και η ηγεσία, παραμένουν κατεξοχήν ανθρώπινες και δεν μπορούν να υποκατασταθούν από την τεχνολογία. Η ουσιαστική μεταβολή, διευκρίνισε, δε θα είναι η απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά η μετάβαση σε νέα εργασιακά περιβάλλοντα, όπως συνέβη και σε προηγούμενες τεχνολογικές φάσεις με την εισαγωγή του ηλεκτρισμού και των υπολογιστών τη δεκαετία του 1980.
Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι η Ευρώπη δε χρειάζεται να αναπτύξει τα δικά της μοντέλα ΤΝ, αλλά να επενδύσει στην ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών που θα της επιτρέψουν να αξιοποιεί αποτελεσματικά τις υπάρχουσες τεχνολογίες, στη συνδεσιμότητα, στα κέντρα δεδομένων και στο ευρωπαϊκό υπολογιστικό νέφος. Επισήμανε δε ότι η εξάρτηση από αμερικανικές πλατφόρμες και ο κατακερματισμός της Ενιαίας Αγοράς λειτουργούν ανασταλτικά για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ.
Αναφερόμενος στο ανθρώπινο κεφάλαιο, ο Καθηγητής Πισσαρίδης υποστήριξε ότι η προετοιμασία για την εποχή της ΤΝ πρέπει να αρχίζει από τη σχολική ηλικία, με γνώμονα την ισορροπία μεταξύ θεωρητικής γνώσης και πρακτικής κατάρτισης, αποφεύγοντας την υπερεξειδίκευση. Σε ό,τι αφορά τον εργασιακό χώρο, ο κ. Πισσαρίδης υποστήριξε την επέκταση προγραμμάτων διά βίου μάθησης, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους. Καταληκτικά, ο κ. Πισσαρίδης υπογράμμισε ότι η παροχή αξιοπρεπών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας δεν αποτελεί κοινωνικό κόστος, αλλά στρατηγική επένδυση που τροφοδοτεί έναν ευνοϊκό κύκλο παραγωγικότητας, μάθησης και κοινωνικής συνοχής.
Σε παρέμβασή της, η βουλευτής κ. Σάβια Ορφανίδου αναφερόμενη στις θέσεις του Καθηγητή Πισσαρίδη σχετικά με την τεχνολογία και την ΤΝ ως μοχλών παραγωγικότητας, επισήμανε ότι η Ευρώπη καλείται ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει το κανονιστικό και διοικητικό βάρος, η άρση του οποίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την προώθηση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε το ερώτημα πώς μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όταν η Ευρώπη καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα σε δύο εξίσου επιτακτικές προτεραιότητες, ήτοι την αξιοποίηση της τεχνολογίας και της ΤΝ αφενός, και την απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου αφετέρου.
Στη δευτερολογία του, ο κ. Πισσαρίδης συμφώνησε ότι η μείωση του κανονιστικού βάρους είναι κρίσιμη για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ταχύτητας λήψης αποφάσεων. Επανέλαβε ότι το κεντρικό ζητούμενο δεν είναι η πολιτική της αγοράς εργασίας αυτή καθαυτή αλλά η δημιουργία των απαραίτητων ψηφιακών υποδομών, συνδεσιμότητας, κέντρων δεδομένων και ευρωπαϊκού υπολογιστικού νέφους με στόχο την αυτονομία από αμερικανικές πλατφόρμες και την προστασία των δεδομένων. Υπογράμμισε ότι η ΤΝ πρέπει να αξιοποιηθεί για τη διεκπεραίωση επικίνδυνων και μη ελκυστικών εργασιών, επιτρέποντας στους εργαζομένους να στραφούν σε δημιουργικότερες και υψηλότερης προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες.
Αναφορικά με την ανεργία των νέων, ο Καθηγητής Πισσαρίδης πρότεινε την ενίσχυση των συνεργασιών μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων πρακτικής άσκησης. Ως προς το δημογραφικό ζήτημα, τόνισε ότι η λύση δε βρίσκεται στην αύξηση των γεννήσεων, αλλά στη διαχείριση της νέας πραγματικότητας, μεταξύ άλλων, μέσω της παράτασης του εργασιακού βίου πέραν των 65 ετών, δεδομένου ότι το προσδόκιμο ζωής ξεπερνά πλέον τα 80 χρόνια.
Κλείνοντας, εξέφρασε την αισιοδοξία ότι η Ευρώπη, εφόσον επενδύσει στις κατάλληλες υποδομές και αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες της ΤΝ, έχει μπροστά της μια μοναδική ιστορική ευκαιρία να οικοδομήσει αγορές εργασίας υψηλής ποιότητας, ανθεκτικές και δίκαιες για όλους.
Στα καταληκτικά του σχόλια, ο κ. Καυκαλιάς επισήμανε ότι οι θετικοί δείκτες, το υψηλό ποσοστό απασχόλησης και το μειωμένο ποσοστό ανεργίας δεν πρέπει να οδηγούν σε εφησυχασμό, καθώς παραμένουν σημαντικές προκλήσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως το χάσμα παραγωγικότητας, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, οι χαμηλές αμοιβές, το μειωμένο ποσοστό εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις, οι επισφαλείς θέσεις εργασίας, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και η γήρανση του πληθυσμού, καταλήγει η ανακοίνωση.
Πηγή: ΚΥΠΕ











