Παράπονα για τις αρμοδιότητες που αναμένεται να της ανατεθούν, λόγω της ανάγκης εφαρμογής των Ευρωπαϊκών Κανονισμών για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφημιστικής προβολής, εξέφρασε η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, ενώπιον της Βουλής, σημειώνοντας τις έντονες ανάγκες που υπάρχουν και τις αντικειμενικές δυσκολίες που καλείται να διαχειριστεί.
Κατά τη συζήτηση του θέματος για τη θέσπιση νομοθεσίας με σκοπό την υιοθέτηση στην εσωτερική έννομη τάξη των εφαρμοστικών μέτρων που απορρέουν από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/900 σχετικά με τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφημιστικής προβολής, ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, ο πρόεδρος της Επιτροπής, Άριστος Δαμιανού, σημείωσε πως, ενώ το νομοσχέδιο αποστάλθηκε στη Βουλή για συζήτηση, εντούτοις ξεκαθάρισε πως σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει πρόθεση να αλλάξουν οι τρέχουσες διαδικασίες, λόγω των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών. Παράλληλα, μέχρι τον Σεπτέμβριο, όταν ενδεχομένως το θέμα επανέλθει, λόγω της διάλυσης της Βουλής, τον Απρίλιο, θα πραγματοποιηθεί μελέτη και θα γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές ώστε να μπορέσει να προχωρήσει, αφού θα υπάρξει επαρκής χρόνος για ουσιαστική επεξεργασία.
Από πλευράς Υπουργείου Εσωτερικών, ο εκπρόσωπός του, Σάββας Παρμάτζιας, ανέφερε πως «πρόκειται για κανονισμό της ΕΕ από τον Οκτώβριο του 2025 και αφορά στη διαφάνεια και στόχευση των πολιτικών διαφημίσεων και των διαφημίσεων που σχετίζονται με νομοθετικές διαδικασίες. Με το νομοσχέδιο θέλουμε να προβλέπεται ότι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης θα είναι αρμόδια για ελέγχους και υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα που εκκρεμούν και πρέπει να αποσαφηνιστούν. Συνεχίζουν να βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες και για άλλα ζητήματα. Εμείς θεωρούμε ότι τα πολιτικά κόμματα και οι διαφημιστές θα πρέπει να το εφαρμόσουν».
Σημείωσε ακόμη πως «οι εθνικές ρυθμίσεις αφορούν μόνο στον καθορισμό της αρμόδιας αρχής. Η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης έχει κάποιες απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να δούμε με βάση και άλλα νομοσχέδια. Το Υπουργείο έχει κάθε πρόθεση να βοηθήσει την Αρχή να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της με βάση τον νόμο. Αρμόδια αρχή όμως είναι και η Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Μόνο έξι χώρες πέρασαν κανονιστικούς νόμους και τους εφάρμοσαν. Ο λόγος που απαιτείται εναρμονιστικό νομοσχέδιο είναι επειδή εφαρμόζονται συγκεκριμένες ποινές και κυρώσεις».
Παράλληλα επισήμανε πως το νομοσχέδιο δεν ήταν τόσο απλό, όσο αρχικά εκτιμήθηκε, σημειώνοντας ότι ήταν ήδη έτοιμο από τον Ιούνιο του 2025, οπότε και εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Η πρόεδρος της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, Ρόνα Κασάπη, επισήμανε πως «ο συγκεκριμένος κανονισμός αφορά τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης. Η εισήγηση του ΥΠΕΣ είναι να οριστεί η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης ως αρμόδια αρχή για ελέγχους, ωστόσο πρόκειται για τεράστια ευθύνη με ποικίλες προεκτάσεις. Πρόθεσή μας είναι να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε εντατικά με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς».
Ωστόσο, όπως επισήμανε, «δεν είναι δεδομένη η επίτευξη του στόχου για πλήρη εφαρμογή των αρμοδιοτήτων που αποδόθηκαν από τον Ιούλιο, λόγω των ελλείψεων, σε προσωπικό αλλά και σε οικονομικούς πόρους. Οι ελλείψεις έχουν επανειλημμένα επισημανθεί και είναι επείγουσας ανάγκης. Έχουμε τρεις κανονισμούς της ΕΕ να διαχειριστούμε και δεν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε όλους τους ρόλους με ελλιπή προϋπολογισμό. Οι κανονισμοί αγγίζουν τον πυρήνα της Δημοκρατίας και με το να αποδομούνται οι ρόλοι και να μην μπορούμε να τους εκτελέσουμε, τίθενται σε αμφισβήτηση».
Θέση της Αρχής, όπως σημείωσε η κ. Κασάπη, είναι πως «η απόδοση αυτών των ρόλων δεν συνεπάγεται και την πλήρη εκτέλεσή τους, αφού η Αρχή είναι υποστελεχωμένη και οικονομικά μη βιώσιμη. Υπάρχει κίνδυνος αποτυχίας της πλήρους εφαρμογής των κανονισμών αυτών. Έχουμε έντονες αντιρρήσεις να αναλάβει η Αρχή τα νέα καθήκοντα χωρίς την ουσιαστική ενίσχυσή μας».
Κατά την τοποθέτησή του, ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, Γιώργος Φράγκος, σημείωσε πως «εμείς ως το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων έχουμε έμμεση εμπλοκή με το ζήτημα. Πρώτα θα πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός δημοσιογραφικού περιεχομένου και διαφημιστικής πολιτικής προβολής. Επίσης, για τη διάχυση της πολιτικής διαφήμισης θα πρέπει να υπάρχουν κριτήρια τα οποία να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση. Συμμεριζόμαστε τις ανησυχίες της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης. Η εποπτεία πρέπει να είναι σαφής και προσδιορισμένη».
Ο πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Εκδοτών Διαδικτύου, Δημήτρης Δημητρίου, τάχθηκε υπέρ της διαφάνειας στην πολιτική διαφήμιση, ωστόσο εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό του, αφού, όπως εξήγησε, «ως διαδικτυακά ΜΜΕ παραμένουμε ακάλυπτα και σίγουρα η Αρχή δεν έχει ευθύνη για τα διαδικτυακά μέσα. Εξακολουθούμε να μην αναγνωριζόμαστε στην πράξη από την κυπριακή νομοθεσία και έρχεται η Πολιτεία να μας ζητήσει να ελέγχουμε πράγματα που δεν είναι αρμοδιότητά μας».
Από πλευράς του, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Διαφήμισης και Επικοινωνίας, Κώστας Ντάλτα, σημείωσε πως «ήδη εργαζόμαστε πάνω στον κανονισμό, αφού η Meta και η Google έχουν απαγορεύσει την πολιτική διαφήμιση. Συμφωνούμε επί της αρχής, θα πρέπει να υπάρχουν κανόνες, να δημιουργηθεί ένα μητρώο, αλλά προφανώς για να είναι αποτελεσματική η εφαρμογή πρέπει να καλύπτεται σωστά οικονομικά».
Παράλληλα, συμφώνησε σε ό,τι αφορά τα κενά στην ηλεκτρονική διαφήμιση, σημειώνοντας πως «στις τεχνικές στόχευσης δεν υπάρχει διαφάνεια για το πώς θα εφαρμοστούν. Θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως ο ελεγκτικός μηχανισμός δεν θα εισέρχεται στα γραφεία μας και δεν θα παίρνει τους υπολογιστές μας για έλεγχο, αφού θα δημιουργηθεί κάτι στρεβλό στην αγορά».
Η εκπρόσωπος του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών Κύπρου, Ελένη Μαύρου, επισήμανε πως «όλοι συμφωνούμε με την εφαρμογή των κανονισμών. Στη δική μας αντίληψη το νομοσχέδιο υπερβαίνει το πλαίσιο του κανονισμού, αφού εισάγει ποινικές ευθύνες. Ο κανονισμός δεν αναφέρεται σε αυτές, αλλά σε ένα διοικητικό σύστημα, το οποίο δεν φαίνεται ξεκάθαρα στο νομοσχέδιο. Επίσης αποδίδει ευρύτερες και ασαφείς εξουσίες σε μία Αρχή, το πλαίσιο λειτουργίας της οποίας δεν τις προβλέπει. Είδαμε και σε άλλα νομοσχέδια μία συνεχή διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης που δεν της αναλογούν. Δεν υπάρχει το τεκμήριο της ανεξαρτησίας στον κανονισμό και αντί να έρθει το αρμόδιο Υπουργείο να δημιουργήσει ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο για τα ΜΜΕ».
Επίσης, όπως τόνισε, «εισάγει πρόσθετες γραφειοκρατικές υποχρεώσεις που δεν προβλέπονται στον κανονισμό. Τα ΜΜΕ, τα οποία επενδύουν στην πληροφόρηση, σε δημοσιογράφους και στην προστασία προσωπικών δεδομένων, αποδυναμώνονται συνεχώς και τιμωρούνται από το κράτος. Σε όλα τα νομοσχέδια που ήρθαν τα τελευταία χρόνια, όλο το βάρος πέφτει στα ΜΜΕ, ενώ ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός έλεγχος. Αν θέλουμε διαφανή και δίκαιο πολιτικό διάλογο, πρέπει επιτέλους η Πολιτεία να αγγίξει τον βασικό παίκτη αυτής της χειραγώγησης».
Με τη σειρά της η Πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, Έλλη Κοτζιαμάνη, σημείωσε ότι δεν νοείται να προστεθούν στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης περισσότερες αρμοδιότητες και εξέφρασε ανησυχία για τη σπουδή που παρατηρείται για εναρμόνιση, λόγω της οποίας παραγνωρίζεται το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα ΜΜΕ, όπως είπε. Πρόσθεσε, δε, ότι θα έπρεπε το Υπουργείο Εσωτερικών να λειτουργεί καθοδηγητικά προς τα ΜΜΕ για το πως θα πρέπει να λειτουργήσουν απέναντι στην πολιτική διαφήμιση, διασφαλίζοντας παράλληλα και το δικαίωμα για ελευθερία στην έκφραση, αλλά υιοθετώντας και τον κανονισμό.
Η κ. Κοτζιαμάνη επανέλαβε τη θέση της Επιτροπής που μετέφερε και παλαιότερα σε συνεδριάσεις Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, για την επιτακτική ανάγκη αναθεώρησης του περί Τύπου νόμου, ο οποίος είναι απαρχαιωμένος και δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα στον χώρο της ενημέρωσης, με τις αλλαγές που επήλθαν λόγω τεχνολογικών εξελίξεων.











