Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει την αγροτική και διατροφική της πολιτική, η Κύπρος φιλοξενεί στις 20 Φεβρουαρίου 2026 μια συζήτηση με σαφή ευρωπαϊκή προοπτική: πώς μπορεί η ενίσχυση των φυτικών τροφίμων να συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα και τη διατροφική ασφάλεια της Ένωσης.
Η εκδήλωση «Ενισχύοντας το Φυτικό Μέλλον της Ευρώπης: Εμπειρίες από τη Δανία και Προοπτικές για την Κύπρο και την Ε.Ε.» θα πραγματοποιηθεί στο Αμφιθέατρο της Λεβέντειου Πινακοθήκης, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος.
Τη συνδιοργανώνουν η ΜΚΟ Animal Advocacy & Food Transition, το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και η Danish Plant-Based Diplomacy.
Η Υπουργός Γεωργίας Μαρία Παναγιώτου θα απευθύνει την εναρκτήρια ομιλία, ενώ μήνυμα θα στείλει ο Δανός Υπουργός Τροφίμων, Γεωργίας και Αλιείας Jacob Jensen. Στο επίκεντρο της συζήτησης θα βρεθεί η πρόταση για ένα Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τα Φυτικά Τρόφιμα, το οποίο έχει ήδη αναφερθεί στο Στρατηγικό Διάλογο για το Μέλλον της Γεωργίας, την ομάδα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Μιλήσαμε με την Όλγα Κήκου (Animal Advocacy & Food Transition) και τον Δημήτρη Τσάλτα (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου) για το τι σηματοδοτεί αυτή η πρωτοβουλία.
Γιατί επανέρχεται τώρα τόσο έντονα το ζήτημα της ενίσχυσης των φυτικών τροφών και της ευρύτερης διαφοροποίησης της αγροτικής μας στρατηγικής;
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε πολλές προκλήσεις που συμπεριλαμβάνουν την κλιματική αλλαγή, τη γεωπολιτική αστάθεια και αυξανόμενες ανησυχίες για τη δημόσια υγεία. Η εξάρτηση της Ε.Ε. από εισαγόμενες ζωοτροφές, λιπάσματα και βασικές πρώτες ύλες καθιστά το αγροδιατροφικό σύστημα ευάλωτο.
Ταυτόχρονα, οι ακραίες καιρικές συνθήκες, ιδιαίτερα στις μεσογειακές χώρες όπως η Κύπρος, περιορίζουν τους φυσικούς πόρους και αυξάνουν το κόστος παραγωγής.
Η ενίσχυση των φυτικών τροφών δεν αφορά μόνο μια διατροφική τάση ή ένα περιβαλλοντικό στόχο. Συνδέεται με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, τη βελτίωση της αποδοτικότητας των πόρων και τη σταθερότητα του αγροτικού εισοδήματος. Η ανάπτυξη ισχυρών ευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής σε όσπρια, δημητριακά, οπωροκηπευτικά και καινοτόμα φυτικά προϊόντα μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από τρίτες χώρες, να δημιουργήσει νέες αγορές για τους παραγωγούς και να καταστήσει τον αγροτικό τομέα πιο ανθεκτικό απέναντι στις μελλοντικές κρίσεις.
Πόσο σοβαροί είναι οι οικονομικοί κίνδυνοι του σημερινού μοντέλου;
Η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον σε περιβαλλοντικά επιχειρήματα. Οι ίδιες οι χρηματοπιστωτικές αγορές αναγνωρίζουν αυξανόμενους κινδύνους στις αλυσίδες εφοδιασμού ζωικής παραγωγής.
Η Dana Wilson, ομιλήτρια στην εκδήλωση και εκπρόσωπος της επενδυτικής πρωτοβουλίας FAIRR για τη διαφοροποίηση πρωτεϊνών, επισημαίνει: «Οι αλυσίδες εφοδιασμού ζωικής παραγωγής αντιμετωπίζουν μια σειρά από διαταραχές που εκθέτουν τις εταιρείες τροφίμων και τους επενδυτές τους σε ουσιαστικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους.
Σύμφωνα με το Climate Risk Tool της FAIRR, 40 παγκόσμιοι παραγωγοί πρωτεΐνης θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σωρευτικές απώλειες EBIT ύψους 28,2 δισ. δολαρίων έως το 2050, κυρίως λόγω θερμικού στρες στα ζώα και αυξημένου κόστους ζωοτροφών.
Παράλληλα, το 73% των κρίσιμων για την ιατρική αντιβιοτικών χορηγείται σε ζώα παραγωγής τροφίμων, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση 6-11% της παραγωγής και οικονομικές απώλειες που εκτιμώνται στα 10 τρισ. δολάρια έως το 2050. Παρά τον στόχο της Ε.Ε. για μείωση κατά 50% έως το 2030, οι πωλήσεις αντιμικροβιακών αυξάνονται από το 2022».
Όπως εξηγεί, η διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων πρωτεΐνης θεωρείται πλέον εργαλείο διαχείρισης κινδύνου. «Ήδη 73 επενδυτές, που εκπροσωπούν περιουσιακά στοιχεία 11,5 τρισ. δολαρίων, στηρίζουν τη δέσμευση για διαφοροποίηση πρωτεϊνών.
Οι περισσότερες εταιρείες αναγνωρίζουν την επιχειρηματική ευκαιρία, όλες διαθέτουν πλέον φυτική γκάμα και το 90% λάνσαρε νέα προϊόντα τον τελευταίο χρόνο. Ωστόσο, μόνο το 25% έχει αναπτύξει σαφείς οδικούς χάρτες που ποσοτικοποιούν τη συμβολή της διαφοροποίησης στους κλιματικούς στόχους.
Με τους καταναλωτές να αναζητούν προσιτές, γευστικές και υγιεινές επιλογές, οι εταιρείες που θα επενδύσουν έγκαιρα στην καινοτομία μπορούν να ενισχύσουν τόσο την ανάπτυξη όσο και την ανθεκτικότητα του χαρτοφυλακίου τους.»
Ποιο είναι το πολιτικό μήνυμα πίσω από την πρόταση για το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης;
Το μήνυμα είναι ότι η αγορά ήδη κινείται, αλλά η πολιτική δεν έχει ακόμη οργανωθεί. Σήμερα υπάρχουν αποσπασματικά μέτρα σε διαφορετικούς τομείς όπως στη γεωργία, έρευνα, βιομηχανία και υγεία. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα για τους παραγωγούς και τους επενδυτές.
Ένα Σχέδιο Δράσης θα μπορούσε να προσφέρει μια σαφή κατεύθυνση με στήριξη στους αγρότες που θέλουν να διαφοροποιήσουν τις καλλιέργειες, με επενδύσεις σε μεταποίηση, έρευνα για καινοτόμες ποικιλίες και καλύτερη σύνδεση με την αγορά. Πρόκειται για επέκταση των επιλογών και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Πως συνδέεται αυτή η συζήτηση με την ανταγωνιστικότητα και το εισόδημα των αγροτών;
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει πλέον την ανταγωνιστικότητα στο επίκεντρο της πολιτικής της και ο αγροτικός τομέας δεν μπορεί να μείνει εκτός αυτής της στρατηγικής. Οι διεθνείς αγορές για φυτικά προϊόντα και εναλλακτικές πρωτεΐνες αναπτύσσονται ταχύτατα. Αν η Ευρώπη επενδύσει έγκαιρα, μπορεί να διασφαλίσει ότι η προστιθέμενη αξία από την έρευνα μέχρι τη μεταποίηση θα παραμείνει εντός της Ένωσης.
Αυτό σημαίνει νέες θέσεις εργασίας, ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης και μεγαλύτερες δυνατότητες για τις αγροτικές κοινότητες. Για τους ίδιους τους αγρότες, η διαφοροποίηση σημαίνει επιπλέον εργαλεία για να αντιμετωπίσουν τις διακυμάνσεις των τιμών και την αβεβαιότητα που παρουσιάζεται με την κλιματική αλλαγή.
Το παράδειγμα της Δανίας προσφέρει χρήσιμα διδάγματα. Όπως αναφέρει ο Anders Klöcker, ομιλητής στην εκδήλωση από το Danish Agriculture & Food Council: «Η στήριξη και η ενασχόληση με τα φυτικά τρόφιμα είναι για εμάς κάτι απολύτως φυσικό. Οι αγρότες μας καλλιεργούν ήδη τις πρώτες ύλες για αυτά τα προϊόντα, άρα πρόκειται για ένα ακόμη επιχειρηματικό μοντέλο που αξίζει να αναπτυχθεί.
Στη Δανία έχουμε μια πολύ καλή εμπειρία από την προώθηση νέων μορφών παραγωγής μέσα από συνεργασία πολλών φορέων και ισορροπημένη ανάπτυξη προσφοράς και ζήτησης. Έτσι η βιολογική γεωργία εξελίχθηκε σε διεθνές πλεονέκτημα. Θα θέλαμε να δούμε το ίδιο να συμβαίνει και με τα φυτικά τρόφιμα. Σε αυτή την πορεία, ένα Σχέδιο Δράσης συνοδευόμενο από σχέδιο οικονομικής ενίσχυσης είναι σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση».
Τι ρόλο μπορεί να παίξει η Κύπρος σε αυτή τη συζήτηση;
Η Κύπρος βιώνει ήδη έντονα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής με παρατεταμένες ξηρασίες, περιορισμένους υδάτινους πόρους και αυξανόμενο κόστος παραγωγής. Παράλληλα, η χώρα εξαρτάται σημαντικά από τις εισαγωγές τροφίμων. Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο για στρατηγικό ανασχεδιασμό. Η μεσογειακή διατροφή, με έμφαση στα όσπρια, τα λαχανικά, τα δημητριακά και το ελαιόλαδο, αποτελεί ήδη μέρος της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Η επανασύνδεση με αυτή την παράδοση, με σύγχρονα μέσα και καινοτομία, μπορεί να προσφέρει βιώσιμες λύσεις.
Η συζήτηση και ανάληψη πρωτοβουλίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ειδικά στο πλαίσιο της Προεδρίας, μπορεί να παρουσιάσει την Κύπρο ως χώρα που συμβάλλει ουσιαστικά στον διάλογο για το μέλλον της γεωργίας.
Ποιο είναι το βασικό ζητούμενο της εκδήλωσης;
Ο στόχος είναι να διερευνηθεί πώς μια στρατηγική για τις φυτικές τροφές θα στηρίζει τον αγρότη, θα ενισχύει την επισιτιστική ασφάλεια και θα ανταποκρίνεται στις περιβαλλοντικές προκλήσεις.
Η εκδήλωση φέρνει στο ίδιο τραπέζι πολιτικούς, επιστήμονες, επενδυτές και παραγωγούς. Αυτό είναι σημαντικό γιατί οι αλλαγές δεν επιτυγχάνονται μεμονωμένα. Χρειάζεται συνεργασία και σαφές όραμα. Η συζήτηση που ξεκίνησε στη Δανία μπορεί να αποκτήσει νέα δυναμική μέσα από την Κυπριακή πρωτοβουλία.











