Μπορεί να άνοιξε μετά από σχεδόν 30 χρόνια η συζήτηση για εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας που αφορά τις υιοθεσίες στην Κύπρο, με στόχο την επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου, ωστόσο τα κενά που εντοπίζονται σε αυτή, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα άτομα με αναπηρίες, είναι μεγάλα, εμφανή και καθιστούν ακόμη δυσκολότερη την οποιαδήποτε προσπάθεια ενδεχομένως γίνει, ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν στην υιοθεσία ενός παιδιού.
Η πρώτη νύξη έγινε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, κατά τη διάρκεια της οποίας παρουσιάστηκε η πρόθεση για θέσπιση νέου νομικού πλαισίου σχετικά με τις εθνικές και διακρατικές υιοθεσίες και την κατάργηση του υφιστάμενου. Κατά τη συζήτηση, εντοπίστηκε ένα ιδιαίτερα σοβαρό και ουσιαστικό κενό, το οποίο αφορά άμεσα τα δικαιώματα και την ίση μεταχείριση των ατόμων με αναπηρίες.
Παρότι ο περί Υιοθεσίας Νόμος της Κύπρου τέθηκε σε ισχύ το 1995, το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις υιοθεσίες παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο εδώ και τρεις δεκαετίες, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την επάρκειά του να ανταποκριθεί και να καλύψει σύγχρονες κοινωνικές πραγματικότητες και ανάγκες. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και ουσιαστικά κενά αφορά την πλήρη απουσία ρητής αναφοράς στην υιοθεσία παιδιών από άτομα με αναπηρίες.
Ο νόμος δεν αποκλείει ρητά τα άτομα με αναπηρίες από τη δυνατότητα να υιοθετήσουν, ωστόσο δεν τα αναγνωρίζει ούτε ως ξεχωριστή κατηγορία που χρήζει ειδικής πρόνοιας ή προστασίας από διακρίσεις. Η αναπηρία δεν αναφέρεται πουθενά ως παράμετρος που θα πρέπει να αξιολογείται με βάση την αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας, αλλά αφήνεται να ενταχθεί γενικά και αόριστα στην κρίση περί «καταλληλότητας» του αιτητή, χωρίς σαφή κριτήρια, χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο και χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες.
Η απουσία συγκεκριμένων προνοιών δημιουργεί ένα θολό και ασαφές πεδίο εφαρμογής, στο οποίο η αναπηρία μπορεί στην πράξη να λειτουργήσει αποτρεπτικά, χωρίς να απαιτείται αιτιολόγηση ή επαρκής τεκμηρίωση. Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται και στην πράξη, αφού αρκετά άτομα με διάφορες μορφές αναπηρίας δυσκολεύονται σε μεγάλο βαθμό να προχωρήσουν σε υιοθεσίες, καθώς αποκλείονται κατά τη διάρκεια των ελέγχων που διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ο νόμος δεν διευκρινίζει αν και με ποιον τρόπο πρέπει να αξιολογούνται οι λειτουργικές ικανότητες ενός ατόμου με αναπηρία, ούτε προβλέπει προσαρμοσμένες διαδικασίες αξιολόγησης που να λαμβάνουν υπόψη τη φύση της αναπηρίας, τα υποστηρικτικά δίκτυα, το οικογενειακό περιβάλλον ή τις εύλογες προσαρμογές που μπορούν να διασφαλίσουν επαρκή και ασφαλή γονεϊκή φροντίδα.
Ιδιαίτερα προβληματικό θεωρείται το γεγονός ότι το ισχύον πλαίσιο δεν προβλέπει καμία ρητή υποχρέωση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να εξετάζουν αιτήσεις υιοθεσίας από άτομα με αναπηρίες υπό το πρίσμα της αρχής της μη διάκρισης. Η αξιολόγηση της λεγόμενης «καταλληλότητας» παραμένει γενική, αόριστη και δυνητικά υποκειμενική, χωρίς κατευθυντήριες γραμμές που να διασφαλίζουν ότι η αναπηρία δεν αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως παράγοντας μειωμένης ικανότητας ανατροφής παιδιού.
Την ίδια στιγμή, ο νόμος δεν ενσωματώνει τις σημαντικές εξελίξεις που σημειώθηκαν μετά το 1995 σε επίπεδο διεθνών συμβάσεων και προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν γίνεται καμία αναφορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, η οποία κατοχυρώνει ρητά το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να δημιουργούν οικογένεια και να μην υφίστανται διακρίσεις σε ζητήματα γονεϊκότητας. Η απουσία αυτής της διάστασης αφήνει το εθνικό πλαίσιο αποκομμένο από τις σύγχρονες διεθνείς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Επιπλέον, δεν προβλέπονται υποστηρικτικοί μηχανισμοί για θετούς γονείς με αναπηρίες, ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης ούτε μετά την ολοκλήρωση της υιοθεσίας. Δεν υφίσταται θεσμοθετημένη πρόνοια για παροχή πρακτικής, κοινωνικής ή ψυχολογικής στήριξης, ούτε για προσαρμογές που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη γονεϊκή επάρκεια, τη σταθερότητα της οικογένειας και το συμφέρον του παιδιού.
Η σιωπή της νομοθεσίας στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν αποτελεί απλώς μια τυπική παράλειψη, αλλά ενδέχεται να λειτουργεί ως έμμεσος και συστηματικός αποκλεισμός. Σε ένα πλαίσιο όπου η αναπηρία δεν κατονομάζεται, δεν προστατεύεται και δεν ρυθμίζεται ρητά, η πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες στη διαδικασία της υιοθεσίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ερμηνείες, διοικητικές πρακτικές και προσωπικές κρίσεις, αντί από σαφείς, δεσμευτικούς και διαφανείς κανόνες δικαίου.
Μιλώντας στον REPORTER, η πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, Θέμιδα Ανθοπούλου, η οποία ήταν παρούσα και κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Νομικών, ανέφερε πως «στην περίπτωση που μία γυναίκα με τετραπληγία θέλει να προχωρήσει σε υιοθεσία, πόση πιθανότητα υπάρχει να την εγκρίνουν; Έχουμε κάνει διάφορες εισηγήσεις πάνω στο προσχέδιο της νομοθεσίας και λέμε ότι θα πρέπει ξεκάθαρα να αναφέρεται σε αυτή ότι τα άτομα με αναπηρίες, αν και εφόσον πληρούν κάποιες προϋποθέσεις, μπορούν να γίνουν ανάδοχοι γονείς ή να μπορούν να υιοθετούν».
Σημείωσε πως «πάντοτε γνώμονας πρέπει να είναι το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού. Οι έλεγχοι που θα διεξάγονται είναι αυτοί που θα γίνονται για κάθε υιοθεσία», ενώ πρόσθεσε πως «γνωρίζουμε αρκετές γυναίκες με αναπηρίες που θέλουν να τεκνοποιήσουν και θα ήθελαν και για εκείνες να υπάρχει ως επιλογή η υιοθεσία. Ωστόσο γνωρίζουν πως, όπως είναι αυτή τη στιγμή το παρόν πλαίσιο και από τη στιγμή που δεν είναι ξεκάθαρο ότι επιτρέπεται, δεν υπάρχει περίπτωση».
Ξεκαθάρισε, τέλος, πως «στην παρούσα νομοθεσία δεν γράφει ότι δεν δικαιούνται τα άτομα με αναπηρία να προχωρήσουν με υιοθεσία, αλλά δεν γράφει ούτε ότι δικαιούνται και το αφήνει αόριστο. Η αρμόδια επιτροπή που θα ελέγχει τους ανάδοχους γονείς δεν θα επιλέγει τα άτομα με αναπηρίες, ενώ αν γράφει ξεκάθαρα ότι, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις, μπορούν και τα άτομα με αναπηρίες, τότε αλλάζει το πλαίσιο».
Η ανάγκη εκσυγχρονισμού του περί Υιοθεσίας Νόμου καθίσταται πλέον επιτακτική, ώστε να διασφαλίζεται ότι η υιοθεσία βασίζεται αποκλειστικά στο συμφέρον του παιδιού, χωρίς προκαταλήψεις, ασαφείς ερμηνείες ή θεσμικά κενά που να αποκλείουν, άμεσα ή έμμεσα, ολόκληρες κοινωνικές ομάδες από το δικαίωμα στη γονεϊκότητα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Άνοιξε σε συζήτηση για εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τις υιοθεσίες-Βολές βουλευτών για καθυστέρηση











