powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Πώς μπορεί να απαντήσει η Ευρώπη στους δασμούς Τραμπ-Ύστατη επιλογή το «εμπορικό μπαζούκα»

Έντονη ανησυχία προκάλεσε στην Ευρώπη η απειλή που διατύπωσε το Σάββατο ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, ότι θα επιβάλει δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες εάν δεν στηρίξουν το σχέδιό του για την απόκτηση της Γροιλανδίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε την επιβολή δασμού 10% στις εισαγωγές από τις χώρες αυτές από την 1η Φεβρουαρίου, με αύξηση στο 25% από το καλοκαίρι, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία, χωρίς να διευκρινίσει αν τα νέα μέτρα θα προστεθούν στους ήδη υφιστάμενους δασμούς.

Στην ομάδα των οκτώ χωρών περιλαμβάνονται η Γαλλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Φινλανδία. Παρίσι και Βερολίνο έσπευσαν να δηλώσουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι έτοιμη να αντιδράσει εάν ο Τραμπ υλοποιήσει τις απειλές του, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ερώτημα για το ποια εργαλεία διαθέτει η Ευρώπη απέναντι στην Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πλαίσιο, εξάλλου, το Πέμπτη το απόγευμα προγραμματίστηκε έκτακτη σύγκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για να οριστεί η ενιαία απάντηση της Ένωσης.  

Αντίποινα με δασμούς

Λιγότερο από έξι μήνες πριν, ΗΠΑ και ΕΕ είχαν καταλήξει σε μια συμφωνία που στόχευε στη σταθεροποίηση του διατλαντικού εμπορίου. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε αποχωρήσει από το γήπεδο γκολφ του Τραμπ στη Σκωτία με συμφωνία για δασμούς 15% σε όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, αισθητά χαμηλότερους από το 30%, ποσοστό με το οποίο είχε αρχικά απειλήσει η Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, οι Βρυξέλλες είχαν ετοιμάσει ένα πακέτο αντιποίνων, το οποίο θα ενεργοποιούνταν εάν δεν επιτυγχανόταν συμφωνία. Το πακέτο αυτό περιλάμβανε δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα, από κτηνοτροφικά αγαθά και εξαρτήματα αεροσκαφών έως ουίσκι, συνολικής αξίας 93 δισ. ευρώ. Μετά τη συμφωνία, οι δασμοί αυτοί είχαν ανασταλεί, εν αναμονή της οριστικοποίησης των λεπτομερειών, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επρόκειτο να επικυρώσει τη συμφωνία την επόμενη εβδομάδα.

Ωστόσο, λίγες ώρες μετά τις απειλές Τραμπ, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Μάνφρεντ Βέμπερ δήλωσε ότι η έγκριση «δεν είναι δυνατή σε αυτό το στάδιο». Εάν η ΕΕ δεν επικυρώσει τη συμφωνία και δεν παρατείνει την αναστολή, οι δασμοί σε αμερικανικά προϊόντα αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ θα τεθούν σε ισχύ στις 7 Φεβρουαρίου, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει πολιτικό κόστος για τον Τραμπ από αμερικανικές εταιρείες που εξάγουν στην Ευρώπη.

Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο επιβολής δασμών μόνο σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισήμανε ότι, παρότι είναι τεχνικά εφικτό, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη, καθώς τα προϊόντα συχνά διασχίζουν πολλά εσωτερικά σύνορα της Ένωσης πριν εξαχθούν στις ΗΠΑ. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Όλοφ Γκιλ τόνισε ότι οι Βρυξέλλες θα κάνουν «ό,τι είναι αναγκαίο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ», προειδοποιώντας ωστόσο ότι οι δασμοί πλήττουν τελικά επιχειρήσεις και καταναλωτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Το «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ

Στο τραπέζι βρίσκεται και το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα», επισήμως γνωστό ως Μέσο Αντιεξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument – ACI). Πρόκειται για νομοθετικό εργαλείο που επιτρέπει στην ΕΕ να απαντά σε περιπτώσεις οικονομικού εκβιασμού από τρίτες χώρες, όταν επιχειρούν να επηρεάσουν τις «νόμιμες και κυρίαρχες επιλογές» της Ένωσης ή των κρατών-μελών της.

Το εργαλείο αυτό προβλέπει ευρύ φάσμα μέτρων, από δασμούς και περιορισμούς στις εισαγωγές και εξαγωγές έως περιορισμούς στο εμπόριο υπηρεσιών και μειωμένη πρόσβαση στις τραπεζικές και κεφαλαιαγορές. Στην ακραία του εκδοχή, επιτρέπει ακόμη και τον αποκλεισμό της πρόσβασης στην ενιαία αγορά, παρακάμπτοντας υφιστάμενες διεθνείς συμφωνίες.

Ωστόσο, πρόκειται για την ύστατη επιλογή. Στόχος του ACI δεν είναι τόσο η εφαρμογή του, όσο η άσκηση πίεσης, ώστε η άλλη πλευρά να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η ενεργοποίησή του θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις και εντός της ίδιας της ΕΕ, ενώ δεν αποτελεί και μηχανισμό άμεσης αντίδρασης. Με βάση το ισχύον πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να αφιερώσει έως τέσσερις μήνες στη διερεύνηση της καταγγελίας και άλλους έξι μήνες σε διαπραγματεύσεις, πριν τα κράτη-μέλη χρειαστούν έως και 10 εβδομάδες για να εγκρίνουν τυχόν αντίμετρα. Έτσι, ακόμη και αν η διαδικασία ξεκινούσε άμεσα, θα μπορούσε να περάσει σχεδόν ένας χρόνος μέχρι να «πυροδοτηθεί».

Πηγή: Πρώτο Θέμα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
;